293

Χιούμορ, συναίσθημα και slut-shaming στον διαδικτυακό (και όχι μόνο) κόσμο- Της Ισμήνης Καρνέζη

293

Όταν αναφερόμαστε σε λέξεις – κλειδιά για την κατανόηση της πραγματικότητας όπως «κυρίαρχη ιδεολογία», «στερεότυπο», «προκατάληψη» έχουμε συνήθως ήδη αποτυπωμένα παραδείγματα στο μυαλό μας για το πώς αυτά λειτουργούν. Γιατί όμως;

Γιατί η ίδια η εμπειρία μας ως έμβια όντα, μας δείχνει ότι ο άνθρωπος αναγκαστικά χρειάζεται αυτό που λέμε ιδεολογική αναπαράσταση, χρειάζεται δηλαδή να αποτυπώνει με κάποιον τρόπο την (φαντασιακή) σχέση του με την πραγματικότητα του. Αυτή βέβαια η φαντασιακή σχέση υπάρχει, είναι μάλιστα εξόχως πραγματική, δεν είναι μόνο μέσα στο μυαλό μας. Είναι η βιωμένη μας εμπειρία, η καθημερινότητα που μας φωνάζει από τη στιγμή που γεννιόμαστε. Το στερεότυπο είναι ένας τρόπος για να διατηρηθεί η υπάρχουσα κοινωνική εξουσία και η ηγεμονία της κυρίαρχης ομάδας, Αυτό που αλλιώς λέμε κοινωνική και συμβολική τάξη. Είναι επίσης ένα μέσο για να θεωρηθεί ότι η κοινωνικά υποδεέστερη ομάδα φέρει άλλα χαρακτηριστικά από την κυρίαρχη, δηλαδή συναρθρώνεται ως «ό, τι δεν είμαστε (εμείς οι κυρίαρχοι)».

Αυτός ο περίπλοκος πρόλογος αφορά ένα θέμα που πρέπει να το πιάσει κανείς από αρκετά σημεία για να το καταστήσει σαφές: είναι η σχέση του χιούμορ και των συναισθημάτων, με το σεξισμό και το slut-shaming στον κόσμο του ίντερνετ. Το slut-shaming μας έρχεται από τις ΗΠΑ και είναι το κοινωνικό στίγμα που αποδίδεται κυρίως σε γυναίκες και αφορά τη διαχείριση της σεξουαλικότητάς τους με τρόπο άλλο από τον οποίο αναμένεται συνήθως. Τα πιο συχνά θύματα είναι νεαρότερης ηλικίας, μαθήτριες σχολείου ή και λίγο μεγαλύτερες. Η λογική απλή, αλλά και τόσο παράλογη συνάμα: Δεν προβάλεις τη σεξουαλικότητά σου; «-είσαι μυξοπαρθένα!». Την προβάλεις; «-Είσαι τσούλα!» και πάει λέγοντας. Το ζήτημα ξεκινάει από την αναμενόμενη εικόνα που έχουμε για το σεξ, τις σχέσεις και τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Υπάρχει ένα αενάως μετακινούμενο μέτρο της «ορθής προβολής της σεξουαλικότητας» το οποίο δεν έχει ποτέ μέσο. Ο σκοπός προφανής και εδώ: η επιβεβαίωση της κυρίαρχης εικόνας και βέβαια της πατριαρχικής δομής της κοινωνίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, στο οποίο ο σεξισμός είναι μια καθημερινή βιωμένη πρακτική, άρα κυρίαρχη ιδεολογία, η απόχρωση του slut-shaming πολύ συχνά φαίνεται μια κατάσταση μικρότερης σημασίας ή καλύπτεται από μια σειρά άλλες προτεραιότητες. Η πιο συχνή εμφάνιση του slut-shaming γίνεται μέσα από τον δίαυλο του χιούμορ και των αστείων, τα οποία στο ίντερνετ έχουν πάρα πολλές μορφές και συνδυασμούς: Λεκτικά παιχνίδια, υπερκείμενα, συνδυασμός εικόνων και κειμένου (τα περίφημα memes), βίντεο κοκ, αξιοποιώντας όλες τις δυνατότητες που δίνουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σήμερα.
Σήμερα βέβαια η εμπειρική έρευνα επιβεβαιώνει τις υποψίες όσων έχουμε την αντίστοιχη ευαισθησία, ότι τα σεξιστικά αστεία μπορεί να είναι περισσότερο από «απλά ένα αστείο». Στην πραγματικότητα -κάτω από το πρίσμα διάφορων εκδηλώσεων σεξιστικών συμπεριφορών- από διακρίσεις κατά των γυναικών και τη σεξουαλική αντικειμενοποίηση τους, ως τον βιασμό, η σεξιστική λειτουργία του χιούμορ είναι από αυτές τις «ασήμαντες πράξεις» που στην ουσία μειώνουν τις γυναίκες και, επομένως, έχει σημαντικές κοινωνικές συνέπειες. Στην πραγματικότητα, οι έρευνες που έχουμε κατά νου, έδειξαν ότι οι σεξιστές άνδρες (άνθρωποι που έχουν δηλαδή από πριν εκδηλώσει μορφές σεξιστικών πρακτικών) που εκτίθενται και προτιμούν σεξιστικά αστεία περισσότερο σε σχέση με αντίστοιχα ερεθίσματα (π.χ., ουδέτερα αστεία) ανέφεραν μεγαλύτερη: (α) αποδοχή των κοινωνικών μύθων περί βιασμού (β) ανοχή των σεξιστικών εκδηλώσεων (γ) την προθυμία να κάνουν διακρίσεις εις βάρος των γυναικών και (δ) μεγαλύτερη αποδοχή των σεξιστικών κοινωνικών στερεότυπων. Το πρόβλημα είναι ότι με τον μανδύα του χιούμορ, η σεξιστική γλώσσα υπεισέρχεται σε όλο το κοινωνικό φάσμα και ενδημεί φυσικά και ανάμεσα στην Αριστερά. Τα επιχειρήματα είναι αρκετά υπέρ της προστασίας των σεξιστικών λόγων στη χιουμοριστική γλώσσα. Αντί να τα αποδομήσουμε ένα – ένα, θεωρούμε πιο σωστό να δούμε την ίδια τη δομή της χιουμοριστικής γλώσσας ως τέτοιας.

Αρχικά πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το χιούμορ ενεργοποιεί έναν πραγματικό κανόνα: ό,τι ειπωθεί λέγεται με ελαφρότητα. Αυτός ο αδήριτος κανόνας του χιούμορ, προτείνει ότι με το χιούμορ οι άνθρωποι υιοθετούν έναν μη-κριτικό τρόπο σκέψης για να ερμηνεύσουν ένα συγκεκριμένο μήνυμα και όχι τον συνήθη, κυριολεκτικό τρόπο που έχουν. Ελ ολίγοις το χιούμορ προϋποθέτει να εγκαταλείψουμε τους κανόνες και τις προσδοκίες της κοινής λογικής. Ως εκ τούτου, οι άνθρωποι δεν επεξεργάζονται ένα αστείο με τον ίδιο τρόπο που θα έκαναν για μια «σοβαρή» επικοινωνία. Ομοίως, ξέρουμε ότι το χιούμορ συνοδεύεται από διακριτές «ατάκες», οι οποίες δείχνουν ότι αυτό που συμβαίνει, ή πρόκειται να συμβεί, θα πρέπει να ληφθεί ως αστείο. Συνεκδοχικά γίνεται εύκολα κατανοητό ότι η υποτίμηση μιας κοινωνικής ομάδας μέσα από το χιούμορ, επικοινωνεί το σιωπηρό μήνυμα πως, στο πλαίσιο του χιούμορ, η υποκείμενη έκφραση των προκαταλήψεων θα πρέπει να ερμηνευτεί με μη-σοβαρό τρόπο.

Δεύτερον, αν ένα άτομο δέχεται το υποτιμητικό χιούμορ και γι’ αυτό ενσωματώνει απευθείας μια μη-κριτική νοοτροπία για να το ερμηνεύσει, αυτόματα συναινεί στην κοινωνική νόρμα που θέλει το πλαίσιο του χιούμορ να γίνεται αποδεκτό ως έχει, ακόμα κι αν εμπεριέχει ρατσιστικό λόγο. Αυτό, στην περίπτωσή μας, αφορά τις γυναίκες αλλά και την αντίληψη που θεωρεί, ότι το χιούμορ εμπεριέχει έναν τρόπο να έρθει κανείς σε επαφή με τους αντίστοιχους κανόνες «σοβαρής» σκέψης που θα αποκρούσουν στο τέλος την προκατάληψη. Δυστυχώς το πρόβλημα παραμένει όσο δίνουμε χώρο στα κανονιστικά πρότυπα να λειτουργούν υπέρ της διόρθωσης της κυρίαρχης ιδεολογίας. Εδώ πρέπει να δούμε κάτι σημαντικό για την ελληνική αριστερή κουλτούρα και να το παραδεχτούμε: τα σεξιστικά αστεία που σχετίζονται με τις γυναίκες περισσότερο έλκουν το θέμα τους από την ανικανότητα των γυναικών να συμμετέχουν ισότιμα σε αυτό που λέμε «δημόσια σφαίρα». Μάλιστα για να γίνει πιο εύπεπτος ο σεξιστικός λόγος, μας είναι πιο εύκολο να θεωρούμε ότι το τμήμα των γυναικών που a priori δεν μπορεί να αναλάβει τη θέση της στη δημόσια σφαίρα είναι δεξιό/ακροδεξιό πολιτικά. Τι μένει για τον άντρα; Μα να αναλάβει το ρόλο του δασκάλου, ενώ οι γυναίκες να είναι οι αποδέκτες των οδηγιών. Είναι οι άνδρες που ορίζουν τους κανόνες της σωστής συμπεριφοράς, ενώ οι γυναίκες πρέπει να ακολουθήσουν. Στο επίπεδο της χιουμοριστικής γλώσσας, για το συγκεκριμένο θέμα, πολύ συχνά υπάρχει η λογική της στρατηγικής αποστασιοποίησης, ώστε η έμμεση θετική αναπαράσταση («εμείς οι άνδρες») και η ρητή αρνητική εκπροσώπηση («οι γυναίκες») να βρίσκονται πάντα σε ευθεία αντίθεση. Είναι πολύ γνωστά τα αστεία που θέλουν τη γυναίκα (επειδή είναι δεξιά κι όχι γυναίκα) να «μπερδεύεται» κατά την δημόσια πραγμάτωση πολιτικών πρακτικών ή και όχι μόνο.

Ένα τελευταίο σημείο είναι η έκφραση του συναισθήματος. Μακριά από μια ψευδο-εμπειρική αντίληψη ότι τα συναισθήματα είναι κάπου «φυτεμένα» μέσα μας και απλά ξεπετάγονται με διάφορες αφορμές, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει συναίσθημα χωρίς αλληλεπίδραση. Αυτή η αλληλεπίδραση, αν τη συσχετίσουμε με τα αποτελέσματα του χιούμορ, είτε αφορά ένα άτομο με το χαρακτήρα του (κυριολεκτικά κάποιος που «γελάει μόνος του») είτε αφορά –συνηθέστερα- την αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων. Αυτό έχει μεγάλη σημασία αν θέλουμε να καταλάβουμε πως γελάμε και γιατί. Τι μας έλκει σε όλες τις εκφάνσεις του χιούμορ και πώς συνδέουμε το χιούμορ με τον παραλήπτη του αστείου μας; Είναι πιο εύκολο σίγουρα να φορτώσουμε διάφορα χαρακτηριστικά που θα μας γεμίσουν αντιπάθεια για κάποιον-α ώστε να κάνουμε χιούμορ με αυτόν και παράλληλα να μπορέσουμε να διοχετεύσουμε ρατσιστικό/μισογύνικο λόγο χωρίς να νιώσουμε τύψεις. Πρέπει να είμαστε βέβαια σίγουροι-ες ότι αυτό πάντα θα επάγει αποτελέσματα όχι μόνο πάνω μας αλλά και γενικότερα.

Εν ολίγοις, το χιούμορ δεν μπορεί να είναι ποτέ ουδέτερο κι όσο αποδεχόμαστε ότι μπορεί να εμπεριέχει στοιχεία ρατσιστικού, σεξιστικού λόγου, τόσο πιο δύσκολα θα αναπτύσσεται μια αντι-σεξιστική κουλτούρα. Δεν υπάρχει κάποιο μυστικό γι’ αυτό πέρα από αυτό που πραγματικά χτίζει το καλό χιούμορ: Να επενδύσουμε στη χιουμοριστική δυναμική της ειρωνείας και να θυμόμαστε ότι ορισμένες μορφές ειρωνείας μπορεί στη συνέχεια να δείξουν μεγαλύτερη χιουμοριστική δυναμική, όπως είναι η σουρεαλιστική ειρωνεία ή η σαρκαστική ειρωνεία, η οποία μπορεί, επειδή είναι δημιουργική και πνευματώδης, να ξεκινά από τον εαυτό μας και να αποδομεί με αστείο τρόπο κάθε καθεστηκυία αντίληψη για τις ανθρώπινες σχέσεις, την εκμετάλλευση, τις κοινωνικές νόρμες. Ειδάλλως θα είμαστε καταδικασμένοι-ες να γελάμε για χρόνια με χιλιοπαιγμένα fart jokes…

Για περαιτέρω πληροφορίες, ο αναγνώστης μπορεί ενδεικτικά να ανατρέξει στα εξής: Thomae & Viki, 2013; Ford, Boxer, Armstrong, & Edel, 2008; Ford, Woodzicka, Triplett, & Kochersberger, 2013.

Πηγή: Εκτός Γραμμής

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s