Η συγκαλυμμένη καταστολή των εργατριών του σεξ

 

 Στις 6 Απριλίου, ψηφίστηκε απ΄το γαλλικό κοινοβούλιο νομοσχέδιο το οποίο ποινικοποιεί την αγορά σεξουαλικών υπηρεσιών, επιτρέποντας τη δίωξη των πελατών της πορνείας, κατά το πρότυπο ανάλογων νόμων που έχουν ήδη ψηφιστεί κι εφαρμοστεί στις Σκανδιναβικές χώρες.

Η πρώτη ανάγνωση, μοιάζει θετική. Ένα βήμα προόδου κι η απελευθέρωση της γυναίκας απ’ την υποδούλωση του αγοραίου έρωτα; Ίσως μάλιστα να βρισκόμαστε πιο κοντά σε μία πραγματική ισότητα. Αν είμαστε, όμως, έστω και λίγο δύσπιστοι προς την πρόοδο, καχύποπτοι προς το κάθε κοινοβούλιο εύκολα μπαίνουμε σε σκέψεις.

Άραγε, εν προκειμένω, απεικονίζεται η βούληση των ίδιων των υποκειμένων, όλων εκείνων των γυναικών που παρέχουν σεξουαλικές υπηρεσίες; Αναμφίβολα, όχι. Ο νόμος αποτελεί το προϊόν μιας νομικής και ακαδημαϊκής ηγεμονίας, που έρχεται να ρυθμίσει μία κοινωνική πρακτική εκ των άνω. Ωστόσο, ένας νόμος δεν μπορεί γνήσια να μεταρρυθμίσει την οποιαδήποτε κοινωνική σχέση, πολλώ δε μάλλον να την εξαλείψει, αντιθέτως μπορεί αποτελεσματικά να τη συγκαλύψει. Ωστόσο, δεν παραβλέπω πως ανοίγει κάθε φορά ένα πεδίο συζήτησης και προβληματισμού, στο οποίο κι εντάσσεται το συγκεκριμένο άρθρο. Εντεταγμένη στο ισχύον κοινωνικοπολιτικό σύστημα η πορνεία, δεν θα εξαφανιστεί άμα διωχθεί η πελατεία της, δεν θα ξεριζωθεί η επιθυμία για σεξουαλική ικανοποίηση των πορνοπελατών ούτε ο εξαναγκασμός των γυναικών για διάθεση του σώματος τους προς εκμετάλλευση, όσο δεν αλλάζει η κυρίαρχη συνθήκη. Σ’ αυτό το πάντρεμα της πατριαρχίας με τον καπιταλισμό, η γυναίκα δεν καταναλώνει μόνο αλλά και καταναλώνεται, καθώς καθίσταται εμπορεύσιμο προϊόν. Ο ακρωτηριασμός απ’ το ίδιο της το σώμα κι η ακόλουθη κερδοσκοπία πάνω του είναι δεδομένα. Από τη διαφήμιση και τη βιομηχανία του θεάματος ως την αμισθί παροχή οικιακής εργασίας,η γυναίκα αναλώνεται να υπηρετεί. Μία σχέση υποδούλωσης, η οποία εμπεδώνεται κατά τρόπο δραματικό στις εξαιρετικά επικερδείς επιχειρήσεις σωματεμπορίας και την εξαναγκαστική πορνεία.

Και δεν υπάρχει σαθρότερο επιχείρημα, πως με την ποινικοποίηση των πελατών ανοίγει ο δρόμος προς μία συστηματικότερη καταπολέμηση τους. Ιδωμένες εντός του νομικού πλαισίου ως παράνομες οικονομικές δραστηριότητες, διώκονται αυτοτελώς, χωρίς να μπορεί να υποστηριχθεί πώς ο εν λόγω νόμος θα διευκολύνει την εξάρθρωση των κυκλωμάτων, κυκλώματα που βρίσκονται σε στενούς εναγκαλισμούς με τα κράτη και τους συνοριοφύλακες τους, με την αστυνομία και τη δικαιοσύνη τους. Αν ψάχνουν κάποιες νομικό οπλοστάσιο, υπάρχει ήδη, και το ζήτημα της ενίσχυσης και εφαρμογής του είναι πλέον ζητούμενο πολιτικής βούλησης. Ωστόσο, η πολιτική ελίτ της Γαλλίας επιλέγει να εισάγει διαχωρισμούς εντός των εργαζομένων στις σεξουαλικές υπηρεσίες, θέτοντας  κυρίως εκτός υπηρεσίας τις πόρνες του πεζοδρομίου. Όσες ιερόδουλες δρουν στη σφαίρα της δημοσιότητας πρέπει να εξαλειφθούν, γεγονός που σημαίνει μια εντονότερη παρουσία αστυνομικών δυνάμεων στις γειτονιές, ενώ εκείνες που παραμένουν στον ιδιωτικό χώρο ενός οίκου ανοχής ή ενός στούντιο μπορούν ευκολότερα να διατηρήσουν την παρουσία τους ενδεχομένως πιο διακριτικά και χαμηλόφωνα

Επιπλέον, στο νόμο, υποκρύπτεται η εδραιωμένη αντίληψη, πως τα ίδια αυτά υποκείμενα δεν έχουν βούληση ικανή να εκφράσει συναίνεση προς τη σύναψη των εν λόγω συμφωνιών ή ακόμη κι αν έχουν μπορούμε να είμαστε σίγουρες πως αυτή δεν εκφράζεται γνήσια. Ποια θα ήθελε να γίνει πόρνη εάν δεν ήταν ένα ευάλωτο, εξαθλιωμένο κι αξιολύπητο υποκείμενο; Εάν, εξαιρεθεί το μικρό ποσοστό γυναικών που ελεύθερα το επιλέγουν κι αντικρίσουμε τα τεράστια ποσοστά των φτωχοποιημένων υποκειμένων που καταφεύγουν στην πορνεία,  εύκολα συγκατανεύουμε δίχως δεύτερη σκέψη “καμιά”. Μπορούμε λοιπόν να λάβουμε στα σοβαρά τη θέληση των γυναικών να εμπορεύονται το ίδιο τους το κορμί, να επιδίδονται σε μία πράξη που κατ’ ουσίαν δεν απέχει απ’ το να καταστεί βιασμός; Σε μία πραγματικότητα, όμως, που η οικονομική ανάγκη αποτελεί την κινητήρια δύναμη, ο εργάτης, κι ο κάθε σκληρά εργαζόμενος αποστραγγίζεται καθημερινά, ποιος πράγματι γνήσια κι απόλυτα ελεύθερα συναινεί στην εκμετάλλευση κι αλλοτρίωση του; Μάλλον, κανείς. Λίγες είναι οι συμφωνίες, ιδιαίτερα σε σκληρά κι επίπονα χειρωνακτικά επαγγέλματα, στις οποίες απεικονίζεται η ελεύθερη επιλογή του κάθε εργάτη για την υποταγή του, σε μία εργασία προσομοιάζουσα της δουλείας.  Κι η συναίνεση, συνεπώς, είναι έννοια που προσδιορίζεται απ’ τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ποιά ψήγματα ελεύθερης βούλησης απομένουν για τις κατώτερες τάξεις; Εξ’ ου κι αναρωτιέμαι ποιό είναι το μέτρο με το οποίο κρίνουμε τη συναίνεση του καταπιεσμένου εργάτη- εργαζόμενου εν γένει  ισχυρή αλλά συγκεκριμένα τη συναίνεση της πόρνης ανίσχυρη; Και ποιο το έρεισμα μας;

Με ασφάλεια, συνεπώς, δικαιολογούμαστε να υποθέτουμε πως η πορνεία θα παραμείνει, ίσως να μειωθεί ελαφρώς, μα το τίμημα θα είναι πολύ βαρύ για όσες απομείνουν. Πλέον θα δρουν σ’ ένα πεδίο παρανομίας, αφανείς, εύκολη βορά ενός μηχανισμού που θα αναπροσαρμοστεί σε μία αθέατη αλλά εξίσου ενεργητική δραστηριότητα . Ποιες απαιτήσεις πλέον θα προβάλει ο πορνοπελάτης, ο οποίος επαπειλούμενος απ’ ένα πρόστιμο 1500 ευρώ, θα δικαιολογεί με το ρίσκο του οποιαδήποτε βιαιότητα στο κορμί της πόρνης; Κι όσο βαθαίνει η περιθωριοποίηση κι ο στιγματισμός τους, τόσο θα αποκόπτονται απ’ την κοινότητα, από υπηρεσίες υγιεινής, από την ισότιμη αντιμετώπιση τους ως ανθρώπινες οντότητες. Και ποιο το αντάλλαγμα που υπόσχεται η γαλλική βουλή για την αποδέσμευση τους; Ένας προϋπολογισμός των 4,8 εκατομμυρίων ευρώ, ποσό το οποίο εξασφαλίζει περί τα 160 ευρώ ετησίως για καθεμία απ΄τις 30.000 εργαζόμενες στο συγκεκριμένο τομέα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Συνδικάτου Εργαζομένων σε σεξουαλικές υπηρεσίες(Strass) [Διαβάστε εδώ αναλυτικότερα για το Strass]. Βασισμένες σ’ αυτές τις οικονομικές βάσεις, το κράτος καλεί τις γυναίκες να απαρνηθούν την εκπόρνευση τους και να χτίσουν έναν έντιμο κι ηθικό βίο.

Με τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση θα χαιρέτιζα ένα νομοσχέδιο που θα παρείχε ένα προστατευτικό πλέγμα εργασιακών δικαιωμάτων, κοινωνικών επιδομάτων και περίθαλψης. Γιατί το βασικότερο είναι η εξομοίωση των συγκεκριμένων υπηρεσιών με τα κοινωνικά αποδεκτά επαγγέλματα κι η συμπερίληψη τους στο προστατευτικό πλέγμα του εργατικού δικαίου. Στην πραγματικότητα, εντός της οποίας καλούμαστε να επιβιώσουμε, ένα τέτοιο αίτημα αποκτά τη μεγαλύτερη σημασία γιατί μέσω αυτού ξεκλειδώνεται για τα στιγματισμένοι υποκείμενα ένα πεδίο λόγου. Κι αποκτώντας λόγο, αποκτούν υπόσταση.

[Για το Kollect: Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου]

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Η συγκαλυμμένη καταστολή των εργατριών του σεξ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s