Πολιτική ορθότητα: Πώς η Δεξιά δημιούργησε έναν εχθρό φάντασμα

Εδώ και 25 χρόνια η επίκληση αυτής της ασαφούς και διαρκώς μεταβαλλόμενης Νέμεσης έχει γίνει η αγαπημένη τακτική της δεξιάς, και η νίκη του Ντόναλντ Τραμπ είναι ο μεγαλύτερος θρίαμβός της – από τη Moira Weigel

Πριν από τρεις εβδομάδες, περίπου το ένα τέταρτο του αμερικανικού πληθυσμού εξέλεξε για την προεδρεία των ΗΠΑ έναν δημαγωγό χωρίς προηγούμενη εμπειρία σε δημόσια θέση. Στα μάτια πολλών από τους υποστηρικτές του αυτή η έλλειψη εμπειρίας δεν ήταν μειονέκτημα, αλλά πλεονέκτημα. Ο Donald Trump σε όλην την καμπάνια του παρουσίαζε ως προσόν το ότι δεν ήταν «πολιτικός». Το να απεικονίζει κανείς τον εαυτό του ως «καινοτόμο» ή «αουτσάιντερ» που κάνει σταυροφορία ενάντια στο διεφθαρμένο κατεστημένο της Ουάσιγκτον είναι το παλαιότερο τέχνασμα στην αμερικανική πολιτική – αλλά ο Trump το πήγε ακόμα πιο μακριά. Έσπασε αμέτρητους σιωπηλούς κανόνες σχετικά με το μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει και να πει ένα δημόσιο πρόσωπο.

Κάθε δημαγωγός χρειάζεται έναν εχθρό. Για τον Trump ήταν η άρχουσα ελίτ, και η κατηγορία που εξαπέλυσε ήταν ότι όχι μόνο δεν επέλυσε τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αμερικανοί, αλλά προσπαθεί να σταματήσει οποιοδήποτε ακόμη και να μιλάει για αυτά τα προβλήματα. «Τα συμφέροντα, τα αλαζονικά ΜΜΕ και οι πολιτικά μυημένοι, δεν θέλουν να μιλήσω για το έγκλημα που συμβαίνει στη χώρα μας», δήλωσε ο Trump σε μια ομιλία του τέλη Σεπτεμβρίου. «Αυτοί θέλουν να με ταυτίσουν με τις αποτυχημένες πολιτικές που έχουν προκαλέσει τόσο πόνο».

Ο Trump ισχυρίστηκε ότι ο Μπαράκ Ομπάμα και η Χίλαρι Κλίντον ήταν πρόθυμοι να αφήσουν απλούς Αμερικάνους να υποφέρουν επειδή η πρώτη τους προτεραιότητα ήταν η πολιτική ορθότητα. «Έχουν βάλει την πολιτική ορθότητα παραπάνω από την κοινή λογική, πάνω από την ασφάλεια σας, και πάνω απ’ όλα», διακήρυττε ο Τραμπ λίγο αφού ένας μουσουλμάνος οπλοφόρος σκότωσε 49 ανθρώπους σε ένα γκέι κλαμπ στο Ορλάντο. «Αρνούμαι να είμαι πολιτικά ορθός». Ενώ οι προοδευτικοί αναγνώρισαν μια γλώσσα που αντικατοπτρίζει μια ολοένα και πιο ποικιλόμορφη κοινωνία – στην οποία οι πολίτες επιχειρούν να αποφύγουν να προσβάλλουν ο ένας τον άλλον – ο Trump είδε μια συνωμοσία.

Σ’ όλην τη διάρκεια της παράξενης εκστρατείας του, ο Trump με συνέπεια καταριόταν την πολιτική ορθότητα, κατηγορώντας τη για ένα μεγάλο εύρος δεινών και χρησιμοποιούσε τη φράση για να εκτρέψει κάθε κριτική. Στο πρώτο ντιμπέιτ των Ρεπουμπλικανικών προκριματικών, η παρουσιάστρια του Fox News, Megyn Kelly ζήτησε από τον Trump να εξηγήσει αν είναι μέρος του «πολέμου κατά των γυναικών».

«Έχετε αποκάλεσει τις γυναίκες που δεν σας αρέσουν «χοντρά γουρούνια»,«σκυλιά»,«μπίχλες» και «αηδιαστικά ζώα», τόνισε η Kelly. «Μια φορά είπατε για μια διαγωνιζόμενη στο Celebrity Apprentice πως θα ήταν όμορφη να την δείτε πεσμένη στα γόνατά της…»

«Νομίζω ότι το μεγάλο πρόβλημα αυτής της χώρας είναι ότι είναι πολιτικά ορθή» απάντησε ο Trump μέσα σε χειροκροτήματα από το κοινό. «Έχω προσβληθεί από τόσους πολλούς ανθρώπους, που ειλικρινά δεν έχω χρόνο να είμαι πολιτικά ορθός. Και για να είμαι ειλικρινής μαζί σας, ούτε αυτή η χώρα έχει χρόνο για πολιτική ορθότητα».

Ο Trump χρησιμοποίησε την ίδια τακτική όταν επικριτές του έθεσαν ερωτήματα γύρω από τις δηλώσεις του σχετικά με τη μετανάστευση. Τον Ιούνιο του 2015, αφότου ο Trump αναφέρθηκε στους Μεξικανούς ως «βιαστές», το NBC, το δίκτυο στο οποίο προβλήθηκε το reality του Τραμπ «The Apprentice», ανακοίνωσε ότι διακόπτει τη συνεργασία μαζί του. Η ομάδα του Trump ανταπάντησε ότι, «το NBC είναι αδύναμο, και όπως όλοι οι άλλοι προσπαθεί να είναι πολιτικά ορθό».

Τον Αύγουστο του 2016, όταν μήνυση εναντίον του Trump University έφτασε στο δικαστήριο του Σαν Ντιέγκο, ο Τραμπ ισχυρίστηκε στο CBS News ότι ο δικαστής Gonzalo Curiel θα έπρεπε να παραιτηθεί της έδρας του και ν’ αφήσει άλλον δικαστή να κρίνει την υπόθεση καθώς θα ήταν προκατειλημμένος εναντίον του γιατί είναι Αμερικάνος μεξικανικής καταγωγής. Συνέχισε λέγοντας: «Πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε τόσο πολιτικά ορθοί σε αυτή τη χώρα». Κατά τη διάρκεια του δεύτερου προεδρικού debate, ο Trump απάντησε σε μια ερώτηση σχετικά με την πρότασή του για την «απαγόρευση εισόδου των μουσουλμάνων στις ΗΠΑ» δηλώνοντας: «Θα μπορούσαμε να είμαστε πολύ πολιτικά ορθοί, αλλά είτε μας αρέσει είτε όχι, υπάρχει ένα πρόβλημα».

Κάθε φορά που ο Trump έλεγε κάτι «εξωφρενικό» σχολιαστές υποστηρίζαν ότι είχε πια ξεπεράσει το όριο και ότι η εκστρατεία του ήταν πλέον καταδικασμένη. Όσο πέρναγε ο καιρός, οι υποστηρικτές του Trump κατέστησαν σαφές ότι τους άρεσε γιατί «δεν φοβόταν να πει τι σκεφτόταν». Οι οπαδοί του εξήραν τον τρόπο με τον οποίο ο Trump μιλούσε περισσότερο απ’ όσο αναφέρονταν στις πολιτικές προτάσεις του. Τα λέει όπως είναι, υποστηρίζουν οι οπαδοί. Λέει την άποψή του. Αυτός δεν είναι πολιτικά ορθός.
Ο Trump και οι οπαδοί του δεν όρισαν ποτέ την «πολιτική ορθότητα», και δεν ξεκαθάρισαν ποτέ ποιος την επιβάλει. Δεν χρειάστηκε. Η φράση έφερνε στο μυαλό ισχυρές δυνάμεις αποφασισμένες να καταστείλουν άβολες αλήθειες με την αστυνόμευση της γλώσσας.

Υπάρχει μια προφανής αντίφαση όταν διαμαρτύρεσαι συνέχεια σε ένα κοινό εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, για το ότι σε φιμώνουν. Αλλά αυτή η ιδέα – ότι υπάρχει μια σειρά ισχυρών, απροσδιόριστων δυνάμεων, οι οποίοι προσπαθούν να ελέγχουν ό,τι κάνεις, το δικαίωμα να ορίζεις τις λέξεις που χρησιμοποιείς – είναι πολύ ισχυρή σε παγκόσμιο επίπεδο αυτή τη στιγμή. Οι δεξιές φυλλάδες της Βρετανίας εκδίδουν συχνές καταγγελίες κατά της «πολιτικής ορθότητας που ξεφύγει από τα όρια» και χλευάζει την αυτάρεσκη υποκρισία της «μητροπολιτικής ελίτ». Στη Γερμανία, οι συντηρητικοί δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί κάνουν παρόμοιες καταγγελίες: μετά τις επιθέσεις σε γυναίκες στην Κολωνία παραμονή της τελευταίας Πρωτοχρονιάς, για παράδειγμα, ο επικεφαλής της αστυνομίας Rainer Wendt, δήλωσε ότι οι αριστεροί που πιέζουν τους αστυνομικούς να είναι πολιτικά ορθοί τους τους εμποδίζουν από το να κάνουν τη δουλειά τους. Στη Γαλλία, η Marine Le Pen του Εθνικού Μετώπου έχει καταδικάσει και τους πιο παραδοσιακούς συντηρητικούς ως «παράλυτους από τον φόβο τους να αντιμετωπίσουν την πολιτική ορθότητα».

Η αδιάκοπη επανάληψη αυτής της φράσης από τον Trump έχει οδηγήσει πολλούς αρθρογράφους να υποστηρίζουν ότι το μυστικό της νίκης του ήταν μια σπασμωδική κίνηση κατά της υπερβολικής «πολιτικής ορθότητας». Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η Χίλαρι Κλίντον απέτυχε επειδή είχε επενδύσει πάρα πολύ σε αυτή την κοντινή συγγενή της πολιτικής ορθότητας, τις «πολιτικές ταυτότητας». Αλλά με μια πιο προσεκτική εξέταση, η «πολιτική ορθότητα» γίνεται εξαιρετικά ολισθηρή έννοια. Ο όρος είναι αυτό που οι αρχαίοι Ελλήνες ρήτορες θα ονόμαζαν «εξώνυμο»: ένας όρος για μια άλλη ομάδα, η οποία σηματοδοτεί ότι ο ομιλητής δεν ανήκει σε αυτή. Κανείς δεν περιγράφει ποτέ τον εαυτό του ως «πολιτικά ορθό». Η φράση χρησιμοποιείται πάντα μόνο ως κατηγορία.

Αν πεις ότι κάτι είναι τεχνικά ορθό, υποδηλώνεις ότι είναι λάθος – το επίρρημα πριν από το «ορθό» υπονοεί ένα «αλλά». Ωστόσο, το να πω ότι μια δήλωση είναι πολιτικά ορθή υποδυκνεύει κάτι πιο ύπουλο. Δηλαδή, ότι ο ομιλητής ενεργεί κακόπιστα. Ότι αυτός ή αυτή έχει απώτερα κίνητρα, και κρύβει την αλήθεια προκειμένου να προωθήσει μια ατζέντα ή να επισημάνει μια ηθική ανωτερότητα. Το να πούμε ότι κάποιοι είναι «πολιτικά ορθοί» τους απαξιώνει δύο φορές. Πρώτον, είναι λάθος. Δεύτερον, και πιο κατηγορηματικά, το ξέρουν.

Αν αρχίσετε να ψάχνετε για την προέλευση της φράσης, καθίσταται σαφές ότι η ιστορία της πολιτικής ορθότητας δεν είναι ‘τακτοποιημένη’. Έχουν υπάρξει μόνο εκστρατείες ενάντια σε κάτι που ονομάζεται «πολιτική ορθότητα». Εδώ και 25 χρόνια έχει γίνει η αγαπημένη τακτική της δεξιάς ως ένας ασαφής και διαρκώς μεταβαλλόμενος εχθρός. Η αντίθεση με την πολιτική ορθότητα έχει αποδειχθεί μια ιδιαίτερα αποτελεσματική μορφή κρυπτο-πολιτικής. Μεταμορφώνει το πολιτικό τοπίο ενεργώντας σαν να μην είναι πολιτική. Ο Trump είναι ο πιο ικανός χειριστής αυτής της στρατηγικής ως τώρα.

==

Οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν είχαν ακούσει ποτέ τη φράση «πολιτική ορθότητα» πριν από το 1990, όταν διάφορα άρθρα άρχισαν να εμφανίζονται σε εφημερίδες και περιοδικά. Ένα από τα πρώτα και πιο σημαντικά δημοσιεύτηκε τον Οκτώβρη του 1990 από τον δημοσιογράφο των New York Times, Richard Bernstein, ο οποίος -υπό τον τίτλο «Η ανοδική ηγεμονία του πολιτικώς ορθού»- προειδοποίησε ότι τα πανεπιστήμια της χώρας απειλούνταν από «μια αυξανόμενη μισαλλοδοξία, από ένα τερματισμό συζητήσεων, από μια πίεση προς συμμόρφωση».

Ο Bernstein είχε τότε επιστρέψει μόλις από το Μπέρκλεϊ, όπου έκανε ρεπορτάζ σχετικά με τον φοιτητικό ακτιβισμό. Έγραψε ότι υπήρχε μια «ανεπίσημη ιδεολογία του πανεπιστημίου», σύμφωνα με την οποία «ένα σύμπλεγμα των απόψεων για τη φυλή, την οικολογία, τον φεμινισμό, τον πολιτισμό και την εξωτερική πολιτική καθορίζει ένα είδος «ορθής» στάσης απέναντι στα προβλήματα του κόσμου». Για παράδειγμα, «οι βιοδιασπώμενες σακούλες σκουπιδιών έχουν τη σφραγίδα έγκρισης της Πολιτικής Ορθότητας. Η Exxon δεν την έχει».

Ο αλαρμισμός του Μπέρνστιν σε μια από τις πιο γνωστές και σεβαστές εφημερίδες της χώρας, πυροδοτήσε μια αλυσιδωτή αντίδραση, και όλα τα ΜΜΕ έσπευσαν να καταγγείλουν αυτή τη νέα τάση. Τον επόμενο μήνα, η αρθρογραφος της Wall Street Journal, Dorothy Rabinowitz επέκρινε τον «γενναίο νέο κόσμο του ιδεολογικού φανατισμού» στα αμερικανικά πανεπιστήμια. Τον Δεκέμβρη το εξώφυλο του Newsweek – με κυκλοφορία πάνω από 3 εκατομμύρια – είχε τον τίτλο «αστυνομία της σκέψης» και μια ακόμη δυσοίωνη προειδοποίηση: «Υπάρχει ένας «πολιτικά ορθός» τρόπος για να μιλήσεις για τη φυλή, το φύλο και τις ιδέες. Είναι αυτό ο νέος Διαφωτισμός – ή ο Νέος Μακαρθισμός;». Ένα παρόμοιο εξώφυλλο θα κοσμήσει το περιοδικό New York τον Γενάρη του 1991 – στο εσωτερικό, το περιοδικό διακήρυττε ότι «Oι νέοι φασίστες» κατελάμβαν τα πανεπιστήμια. Τον Απρίλη, το περιοδικό Time έκανε αναφορά σε «μια νέα μισαλλοδοξία» που γνώριζε άνοδο σε όλες τις πανεπιστημιουπόλεις σε εθνικό επίπεδο.

Εάν κάνετε αναζήτηση στο ProQuest, μια ψηφιακή βάση δεδομένων των ΗΠΑ για περιοδικά και εφημερίδες, θα διαπιστώσετε ότι η φράση «πολιτική ορθότητα» σπάνια εμφανιζόταν πριν από το 1990. Εκείνη τη χρονιά, εμφανίστηκε περισσότερο από 700 φορές. Το 1991, υπήρξαν περισσότερες από 2.500 περιπτώσεις. Το 1992, εμφανίστηκε πάνω από 2.800 φορές. Όπως στις ταινίες του Indiana Jones, αυτά τα άρθρα βασίζονται σε εχθρούς από ένα σύμφυρμα των παλαιών πολέμων: σύγκριναν την «αστυνομία σκέψης» που σπέρνει τον τρόμο στις πανεπιστημιουπόλεις με φασίστες, σταλινικούς, Μακαρθιστές, τη Χιτλερική Νεολαία, χριστιανούς φονταμενταλιστές, μαοϊκούς και μαρξιστές.

Πολλά από τα άρθρα αυτά ανακυκλώνουν τις ίδιες ιστορίες από μια χούφτα ελίτ πανεπιστημίων, συχνά φουσκωμένες ή εκτός πλαισίου. Το άρθρο του εξωφύλλου του περιοδικού New York έκανε την αρχή με έναν καθηγητή ιστορίας του Χάρβαρντ, τον Stephan Thernstrom, που δέχτηκε επίθεση από φοιτητές με οι οποίοι πίστευαν ότι ήταν φυλετικά αναίσθητος: «Κάθε φορά που περπατούσε στην πανεπιστημιούπολη εκείνη την άνοιξη, από τα τούβλινα μονοπάτια του Χάρβαρντ, κάτω από τις τοξωτές πύλες, πέρα από τις φτελιές, έβρισκε δύσκολο ν’ αγνοήσει ότι ήταν δακτυλοδεικτούμενος, ν’ αγνοήσει τους ψιθύρους: Ο ρατσιστής. Περνάει ο ρατσιστής. Ήταν κόλαση, αυτή η δίωξη».

Σε μια συνέντευξη που εμφανίστηκε λίγο αργότερα στο The Nation, ο Thernstrom δήλωσε ότι η παρενόχληση που περιγράφεται στο άρθρο των New York δεν είχε συμβεί ποτέ. Υπήρξε ένα άρθρο στην φοιτητική εφημερίδα Harvard Crimson επικρίνοντας την απόφασή του να διαβάσει εκτενώς αποσπάσματα από τα ημερολόγια των ιδιοκτητών φυτειών στις διαλέξεις του. Αλλά η περιγραφή της κατάστασης του ήταν καθαρά «ποιητική αδεία». Όπως και να έχει: η εικόνα των φοιτητών κολεγίου που διεξάγουν κυνήγι μαγισσών είχε κολλήσει. Όταν ο Richard Bernstein δημοσίευσε ένα βιβλίο με βάση τα άρθρα του στους New York Times σχετικά με την πολιτική ορθότητα, τo αποκάλεσε «Η Δικτατορία της Αρετής: Πολυπολιτισμικότητα και η μάχη για το μέλλον της Αμερικής» – ένας τίτλος που παραπέμπει στους Ιακωβίνους της Γαλλικής Επανάστασης. Στο βιβλίο ο ίδιος συγκρίνει αμερικανικές πανεπιστημιουπόλεις κολεγίων με την Γαλλία κατά τη διάρκεια της Βασιλείας του Τρόμου, κατά την οποία δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εκτελέστηκαν μέσα σε λίγους μήνες.

Καμία από τις ιστορίες που περιέγραφαν την απειλή της πολιτικής ορθότητας δεν μπορούσε να ορίσει πώς και πού αυτή ξεκίνησε, ούτε περιέγραψαν ποτέ με ακρίβεια την προέλευση της φράσης. Πολλοί δημοσιογράφοι ανέφεραν συχνά την ΕΣΣΔ -ο Μπέρνστιν παρατήρησε ότι η φράση «βρωμάει Σταλινιστική ορθοδοσία»- όμως τίποτε αντίστοιχο δεν υπάρχει ως φράση στα ρώσσικα. (Το πιο κοντινό είναι η λέξη «ideinost» που σημαίνει ‘ιδεολογική ορθότητα’ αλλά η λέξη αυτή δεν έχει καμία σχέση με περιθωριοποιημένους πληθυσμούς ή μειονότητες.) Η διαννοούμενη ιστορικός LD Burnett έχει βρει σκόρπιες αναφορές στη φράση από τη δεκαετία του 30, και η χρήση της, όπως λέει η ίδια, γινόταν συνήθως με κοροϊδευτικό τόνο.

Η φράση ξεκίνησε να χρησιμοποιείται πιο συχνά τις δεκαετίες του 60 και του 70 μέσα στους χώρους της αμερικανικής αριστεράς, κατά πάσα πιθανότητα ως ειρωνικός δανεισμός από διάσημο λόγο του Μάο το 1957 με τίτλο «Ο Ορθός Χειρισμός των Διαφορών μεταξύ των Ανθρώπων».

Η Ρουθ Πέρι, καθηγήτρια λογοτεχνίας στο ΜΙΤ που ήταν δραστήρια στα κινήματα χειραφέτησης και φεμινισμού της εποχής, λέει πως πολλοί ριζοσπαστικοί του χώρου συνήθιζαν να διαβάζουν το Κόκκινο Βιβλιαράκι τις δεκαετίες εκείνες και υποθέτει ότι δανείστηκαν τη λέξη «ορθό» από εκεί. Όμως δεν τη χρησιμοποιούσαν όπως ο Μάο. Η «πολιτική ορθότητα» έγινε κάτι σαν αστείο ανάμεσα στους αριστερούς αμερικάνους -μια φράση που χρησιμοποιούσες για κάποιον σύντροφο όταν θεωρούσες ότι γινόταν αυτάρεσκα ενάρετος. «Η φράση χρησιμοποιούταν πάντα ειρωνικά, πάντα για να εκθέσει πιθανό δογματισμό» λέει η Πέρι.

Το 1970, η Αφρο-Αμερικανή συγγραφέας και ακτιβίστρια Toni Cade Bambara, χρησιμοποίησε τη φράση σε ένα δοκίμιο σχετικά με τις έμφυλες εντάσεις μέσα στην κοινότητά της. Άσχετα από το πόσο «πολιτικά ορθοί» πίστευαν οι άντρες φίλοι της ότι είναι, εκείνη έγραψε ότι πολλοί από αυτούς είχαν αποτύχει να αναγνωρίσουν τη δυσχερή θέση των μαύρων γυναικών.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, η «πολιτική ορθότητα» χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά εντός της αριστεράς, και σχεδόν πάντα ειρωνικά ως κριτική απέναντι στην υπερβολική ορθοδοξία. Στην πραγματικότητα, μερικοί από τους πρώτους ανθρώπους που οργανώθηκαν κατά της «πολιτικής ορθότητας» ήταν μια ομάδα από φεμινίστριες που αυτοαποκαλούνταν η Μαφία του Λεσβιακού Σεξ. Το 1982, πραγματοποιήθηκε μια «Δημόσια ομιλία για πολιτικά μη ορθό sex» σε ένα θέατρο στο East Village της Νέας Υόρκης – ένα συλλαλητήριο ενάντια σε συντρόφισσες φεμινίστριες που είχαν καταδικάσει την πορνογραφία και το BDSM. Πάνω από 400 γυναίκες παραβρέθηκαν, πολλές από αυτές φορώντας δερμάτινα και περιλαίμια, κραδαίνοντας δαχτυλίδια για θηλές και δονητές. Η συγγραφέας και ακτιβίστρια Mirtha Quintanales συνόψισε την διάθεση, όταν είπε στο ακροατήριο, «Πρέπει να έχουμε διάλογο για τα S&M θέματα, όχι για το τι είναι «πολιτικά ορθό και πολιτικά μη ορθό».

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980, ο Jeff Chang, ο δημοσιογράφος και hip-hop κριτικός, ο οποίος έχει γράψει εκτενώς σχετικά με τη φυλή και την κοινωνική δικαιοσύνη, υπενθυμίζει ότι ακτιβιστές που ήξερε τότε στο Bay Area χρησιμοποιούσαν τη φράση «με αστείο τρόπο – ένας τρόπος για κάποι@ ν’ απορρίψει έναν σεχταριστή».

Αλλά αρκετά σύντομα, ο όρος μετονομάστηκε από τη δεξιά, η οποία γύρισε το νόημά της το μέσα έξω. Ξαφνικά, αντί να είναι μια φράση που οι αριστεροί χρησιμοποιούσαν για να ελέγξουν τις δογματικές τάσεις στο εσωτερικό του κινήματός τους, η «πολιτική ορθότητα» έγινε ένα σημείο αναφοράς για τους νεοσυντηρητικούς. Ισχυρίστηκαν ότι η πολιτική ορθότητα αποτελούσε αριστερό πολιτικό πρόγραμμα που έπαιρνε τον έλεγχο των αμερικανικών πανεπιστημίων και των πολιτιστικών ιδρυμάτων – και ήταν αποφασισμένοι να το σταματήσουν.

Η δεξιά είχε διεξάγει μια εκστρατεία εναντίον προοδευτικών ακαδημαϊκών για περισσότερο από μια δεκαετία. Ξεκινώντας στα μέσα της δεκαετίας του 1970, μια χούφτα συντηρητικών είχαν χρηματοδοτήσει τη δημιουργία δεκάδων νέων thinktanks και «ινστιτούτων κατάρτισης» που πρόσφεραν προγράμματα για τα πάντα, από το να είσαι «ηγέτης» ως τη μετάδοση δημοσιογραφίας και στη συγκέντρωση χρημάτων μέσω ταχυδρομείου. Έδιναν παχυλές υποτροφίες για συντηρητικούς μεταπτυχιακούς φοιτητές, μεταδιδακτορικές θέσεις και έδρες σε έγκριτα πανεπιστήμια. Οι δηλωμένοι στόχοι τους ήταν να αμφισβητήσουν αυτό που είδαν ως την κυριαρχία του προοδευτισμού και να επιτεθούν σε αριστερίζουσες τάσεις μέσα στον ακαδημαϊκό χώρο.

Ξεκινώντας στα τέλη της δεκαετίας του 1980, αυτό το καλά χρηματοδοτούμενο συντηρητικό κίνημα εισήλθε στο προσκήνιο με μια σειρά από απίθανα μπεστ σέλερ που είχαν ως στόχο την αμερικανική τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το πρώτο βιβλίο, γραμμένο από τον καθηγητή φιλοσοφίας Allan Bloom, του Πανεπιστημίου του Σικάγο, βγήκε το 1987. Για εκατοντάδες σελίδες, «Το κλείσιμο του αμερικάνικου Νου» υποστήριξε ότι τα κολέγια είχαν αγκαλιάσει ένα ρηχό «πολιτιστικό σχετικισμό» και είχαν εγκαταλείψει παραδοσιακούς κλάδους και πρότυπα σε μια προσπάθεια να εμφανιστούν προοδευτικά και να υποκύψουν στους φοιτητές τους. Πούλησε περισσότερα από 500.000 αντίτυπα και ενέπνευσε πολλές απομιμήσεις.

Τον Απρίλιο του 1990, ο Roger Kimball, ένας συντάκτης στο συντηρητικό περιοδικό The New Criterion δημοσίευσε το «Ριζοσπάστες Καθηγητές: Πώς η Πολιτική έχει καταστρέψει την τριτοβάθμια εκπαίδευσή μας». Όπως ο Bloom έτσι κι ο Kimball υποστήριζε ότι γινόταν μια «επίθεση στον κανόνα» και ότι η «πολιτική της θυματοποίησης» είχε παραλύσει τα πανεπιστήμια. Ως απόδειξη, ανέφερε την ύπαρξη τμημάτων όπως αυτό των Αφρικανικών Αμερικανικών Μελετών και των Γυναικείων Σπουδών. Περιφρονητικά ανέφερε τίτλους εργασιών που είχε ακούσει σε ακαδημαϊκά συνέδρια, όπως το «Η Jane Austen και το αυνανιζόμενο κορίτσι» ή «Ο λεσβιακός φαλλός: Υπάρχει τελικά η ετεροφυλοφιλία;».

Τον Ιούνιο του 1991, ο νεαρός Dinesh D’Souza ακολούθησε τους Bloom και Kimball με το «Μη προοδευτική Εκπαίδευση: Η πολιτική της φυλής και φύλου στα πανεπιστήμια». Ενώ ο Μπλουμ κατήγγειλε την άνοδο του σχετικισμού και ο Kimball είχε επιτεθεί σε αυτό που αποκάλεσε «προοδευτικό φασισμό», και αυτό που θεωρούσε επιπόλαιες γραμμές της επιστημονικής έρευνας, ο D’Souza υποστήριξε ότι η αποδοχή πολιτικών που λάμβαναν υπόψη τους τη φυλή παρήγαγε ένα «νέο φυλετικό διαχωρισμό στις πανεπιστημιουπόλεις» και «μια επίθεση στα ακαδημαϊκά πρότυπα». Το Atlantic τύπωσε ένα απόσπασμα 12.000 λέξεων ως το θέμα εξωφύλλου του τον Ιουνη της ίδιας χρονιάς. Το Forbes δημοσίευσε ένα άλλο άρθρο του D’Souza με τον τίτλο: «Βησιγότθοι που φοράνε τουίντ», προγραμματισμένο να συμπέσει με την έκδοση του βιβλίου.

Αυτά τα βιβλία δεν τονίζουν τη φράση «πολιτική ορθότητα», και μόνο o D’Souza χρησιμοποίησε τη φράση άμεσα. Αλλά και οι τρεις αναφέρονται συχνά στην πλημμύρα των άρθρων κατά της πολιτικής ορθότητας που εμφανίστηκαν σε δημοσιεύσεις όπως η New York Times και το Newsweek. Όταν το έκαναν, οι συγγραφείς αναφέρονται ως ουδέτερες αρχές. Αμέτρητα άρθρα άκριτα επανέλαβαν τα επιχειρήματά τους.

Από ορισμένες απόψεις, αυτά τα βιβλία και αυτά τα άρθρα ανταποκρίνονταν στις πραγματικές αλλαγές που λάμβαναν χώρα στο εσωτερικό της ακαδημαϊκής κοινότητας. Είναι αλήθεια ότι οι μελετητές είχαν γίνει όλο και πιο επιφυλακτικοί για το αν ήταν δυνατόν να μιλάμε για διαχρονικές, καθολικές αλήθειες που υπάρχουν πέρα από τη γλώσσα και την εκπροσώπηση. Ευρωπαίοι θεωρητικοί που απέκτησαν επιρροή στις ΗΠΑ, στα τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και του 1980 υποστήριξαν ότι το ατομικό βίωμα διαμορφώνεται από συστήματα των οποίων το άτομο μπορεί να μην αναγνωρίζει – και ιδιαίτερα από τη γλώσσα. Ο Μισέλ Φουκώ, για παράδειγμα, υποστήριξε ότι όλη η γνώση εκφράζει ιστορικά συγκεκριμένες μορφές εξουσίας. Ο Ζακ Ντεριντά, συχνός στόχος των συντηρητικών επικριτών, εξασκούσε αυτό που ονόμαζε «αποδόμηση», ξαναδιαβάζοντας κλασικά φιλοσοφικά έργα προκειμένου να δείξει ότι ακόμη και οι πιο φαινομενικά αθώες και απλές κατηγορίες υπέφεραν από εσωτερικές αντιφάσεις. Η αξία των ιδανικών, όπως η «ανθρωπότητα» ή «ελευθερία» δεν είναι δεδομένη.

Ήταν επίσης αλήθεια ότι πολλά πανεπιστήμια είχαν δημιουργήσει νέα «τμήματα μελετών», που ανέλυαν τις εμπειρίες, και υπογράμμιζαν τις πολιτιστικές συνεισφορές των ομάδων που παλαιότερα είχαν αποκλειστεί από τον ακαδημαϊκό χώρο και από τον κανόνα: queer και μη λευκοί άνθρωποι αλλά και γυναίκες. Αυτό δεν ήταν τόσο παράξενο. Τα τμήματα αυτά αντικατόπτριζαν τις νέες κοινωνικές πραγματικότητες. Τα δημογραφικά στοιχεία των φοιτητών κολεγίου άλλαζαν επειδή τα δημογραφικά στοιχεία των Ηνωμένων Πολιτειών άλλαζαν. Μέχρι το 1990, μόνο τα δύο τρίτα των Αμερικανών κάτω των 18 ετών ήταν λευκοί. Στην Καλιφόρνια οι τάξεις των πρωτοετών σε πολλά δημόσια πανεπιστήμια εμφάνιζαν την επονομαζόμενη «πλειοψηφία της μειονότητας», ή απαρτίζονταν κατά περισσότερο από 50% από μη-λευκούς. Οι αλλαγές στα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών αντικατόπτριζαν τις αλλαγές στο φοιτητικό πληθυσμό.

Οι απαντήσεις που οι συντηρητικοί συγγραφείς μπεστ σέλερ προσέφεραν στις αλλαγές που περιγράφονται ήταν δυσανάλογες και συχνά παραπλανητικές. Για παράδειγμα, ο Bloom παραπονέθηκε επί μακρόν για την «αγωνιστικότητα» των Μαύρων φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Cornell όπου είχε διδάξει στη δεκαετία του 1960. Ποτέ δεν ανέφερε γιατί οι φοιτητές ζητούσαν τη δημιουργία κέντρου Αφρικανικών Αμερικανικών Μελετών: Η μεγαλύτερη διαμαρτυρία στο Cornell έλαβε χώρα το 1969 μετά από κάψιμο σταυρού στην πανεπιστημιούπολη, μια ανοιχτή απειλή της KKK. (Ένας εμπρηστής έκαψε το Κέντρο Μελετών Africana, που ιδρύθηκε ως απάντηση σε αυτές τις διαμαρτυρίες, το 1970).

Η πιο παραπλανητική πτυχή αυτών των βιβλίων, περισσότερο από οποιαδήποτε συγκεκριμένη συσκότιση ή παράλειψη, ήταν ο τρόπος με τον οποίο ισχυρίζονταν ότι μόνο οι αντίπαλοι τους ήταν «πολιτικοί». Οι Bloom, Kimball, και D’Souza ισχυρίστηκαν ότι ήθελαν να «διατηρηθεί η ανθρωπιστική παράδοση», λες κι οι ακαδημαϊκοί αντίπαλοί τους βανδάλιζαν έναν κανόνα που ήταν κατοχυρωμένος από αμνημονεύτων χρόνων. Αλλά οι κανόνες και τα προγράμματα σπουδών έχουν πάντα μια ροή, ακόμη και στη λευκή Αμερική δεν υπήρξε ποτέ μια σταθερή παράδοση. Ο Moby Dick είχε απορριφτεί ως το χειρότερο βιβλίο του Herman Melville μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1920. Πολλά πανεπιστήμια είχαν αρχίσει να προσφέρουν μαθήματα λογοτεχνίας σε «ζωντανές» γλώσσες μόλις μια δεκαετία πριν.

Στην πραγματικότητα, αυτοί οι σταυροφόροι που είναι ενάντια στην πολιτική ορθότητα είναι τόσο πολιτικοί όσο κι οι αντίπαλοί τους. Όπως καταγράφει η Jane Mayer στο βιβλίο της «Μαύρο Χρήμα: η Κρυφή Ιστορία των Δισεκατομμυριούχων πίσω από την άνοδο της Ριζοσπαστικής Δεξιάς», οι Bloom και D’Souza χρηματοδοτήθηκαν από δίκτυα συντηρητικών δωρητών – ιδιαίτερα από τις οικογένειες Koch, Olin και Scaife – που πέρασαν όλο το ’80 να φτιάχνουν προγράμματα που ήλπιζαν ότι θα δημιουργήσουν μια νέα «αντι-διανόηση». (Το The New Criterion, όπου εργάστηκε o Kimball, χρηματοδοτείται επίσης από τα Ιδρύματα Olin και Scaife). Στο βιβλίο Ο Καιρός της Αλήθειας που βγήκε το 1978, ο William Simon, ο πρόεδρος του Ιδρύματος Olin, είχε ζητήσει από τους συντηρητικούς να χρηματοδοτήσουν διανοούμενους οι οποίοι είχαν τις ίδιες απόψεις: «θα πρέπει να δοθούν επιχορηγήσεις, επιχορηγήσεις, και επιχορηγήσεις σε αντάλλαγμα για βιβλία, βιβλία και περισσότερα βιβλία».

Αυτές οι αψιμαχίες πάνω στα προγράμματα σπουδών ήταν μέρος ενός ευρύτερου πολιτικού προγράμματος – και έγιναν καθοριστικής σημασίας για τη σφυρηλάτηση μιας νέας συμμαχίας για τη συντηρητική πολιτική στην Αμερική, μεταξύ των ψηφοφόρων της λευκής εργατικής τάξης και τους ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων, και πολιτικών με εταιρικές ατζέντες που μόνο ελάχιστα οφέλησαν την εργατική τάξη και τους μικροεπιχειρηματίες.

Μέσω του εμπαιγμού καθηγητών που μιλούσαν μια γλώσσα που οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούσαν ακατανόητη («Ο λεσβιακός φαλλός»), οι πλούσιοι απόφοιτοι της Ivy League [τα καλύτερα ιδιωτικά ΑΕΙ των ΗΠΑ] μπορούσαν επιτέλους να ποζάρουν ως αντι-ελίτ. Με σκωπτικές προσβολές σε συγγραφείς όπως η Alice Walker και η Toni Morrison, έκαναν μια φυλετική έκκληση στους λευκούς ανθρώπους που αισθάνονταν πως έχαναν τη χώρα τους. Καθώς τα 90s περνούσαν αργά -και επειδή η πολυπολιτισμικότητα συνδέθηκε με την παγκοσμιοποίηση, τη δύναμη δηλαδή που έπαιρνε μακριά τόσες πολλές θέσεις εργασίας που παραδοσιακά κατείχαν άνθρωποι από τη λευκή εργατική τάξη- η επίθεση σε αυτή επέτρεψε στους συντηρητικούς να μεταφέρουν την ευθύνη για τις κακουχίες που αντιμετώπιζαν οι ψηφοφόροι τους. Παρουσιάστηκε δηλαδή πως η αιτία των προβλημάτων τους δεν ήταν η περικοπή των κοινωνικών υπηρεσιών, η μείωση φόρων στους πλουσίους, το τσάκισμα εργατικών συνδικάτων ή το outsourcing. Ήταν αυτοί οι ξένοι, οι «Άλλοι».

Η πολιτική ορθότητα ήταν μια χρήσιμη εφεύρεση για τη Ρεπουμπλικανική δεξιά, επειδή με τη χρήση της κατάφεραν να μπουν ανάμεσα στους ανθρώπους της εργατικής τάξης και στους Δημοκρατικούς οι οποίοι υποτίθεται ότι μιλούσαν γι’ αυτούς και να τους απομακρύνουν. «Η πολιτική ορθότητα» έγινε ένας όρος που χρησιμοποιείται για να χτυπάει μέσα στην φαντασία του κοινού την ιδέα ότι υπήρχε ένα βαθύ χάσμα μεταξύ των «απλών ανθρώπων» και της «προοδευτικής ελίτ», η οποία προσπαθεί να ελέγχει την ομιλία και τις σκέψεις των απλών ανθρώπων. Η αντίθεση στην πολιτική ορθότητα έγινε επίσης ένας τρόπος για να ονομαστεί ο ρατσισμός με έναν τρόπο που ήταν πολιτικά αποδεκτός στην εποχή μετά τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα μειονοτήτων.

Σύντομα, οι Ρεπουμπλικάνοι πολιτικοί προωθούσαν σε εθνικό επίπεδο το μήνυμα που είχε δοκιμαστεί ως προϊόν στον ακαδημαϊκό χώρο. Τον Μάη του 1991, ο Πρόεδρος George HW Bush έδωσε μια εναρκτήρια ομιλία στο Πανεπιστήμιο του Michigan. Σ’ αυτήν προσδιόρισε την πολιτική ορθότητα ως ένα σημαντικό κίνδυνο για την Αμερική. «Στην 200η επέτειο της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων, βλέπουμε την ελευθερία του λόγου να δέχεται επίθεση στις Ηνωμένες Πολιτείες», δήλωσε ο Μπους. «Η έννοια της πολιτικής ορθότητας έχει προκαλέσει διαμάχη σε όλη τη χώρα», αλλά, προειδοποίησε, «Με τον δικό τους οργουελικό τρόπο, οι σταυροφορίες που απαιτούν σωστή συμπεριφορά συντρίβουν τη διαφορετικότητα στο όνομα της διαφορετικότητας».

Μετά το 2001, οι αντιπαραθέσεις σχετικά με την πολιτική ορθότητα ξεθώριασαν στη δημόσια σφαίρα, αντικαταστάθηκαν από διαφωνίες για το Ισλάμ και την τρομοκρατία. Αλλά τα τελευταία χρόνια της προεδρίας Ομπάμα, η πολιτική ορθότητα κάνει ένα δυναμικό comeback. Ή μάλλον, η αντι-πολιτική ορθότητα έκανε το δυναμικό comeback.

Όσο το κίνημα Black Lives Matter και τα κινήματα κατά της σεξουαλικής βίας αποκτούσαν δύναμη, μια έξαρση από άρθρα επιτέθηκαν στους συμμετέχοντες σε αυτά τα κινήματα, επικρίνοντάς τους και υποτιμώντας τους λέγοντας ότι είχαν εμμονή με την αστυνόμευση της ομιλίας. Για άλλη μια φορά, η συζήτηση επικεντρώθηκε στα πανεπιστήμια, αλλά οι λέξεις ήταν νέες. Αντί ν’ ακούν για «διαφορά» και «πολυπολιτισμικότητα», οι Αμερικανοί το 2012 και το 2013 ξεκίνησαν ν’ ακούν για «trigger warning», «ασφαλείς χώρους», «μικροεπιθετικότητες», «προνόμιο» και «πολιτισμική ιδιοποίηση».

Αυτή τη φορά, οι φοιτητές εισέπραξαν περισσότερη περιφρόνηση από τους καθηγητές. Αν ο πρώτος γύρος της αντι-πολιτικής ορθότητας είχε αναφορές σ’ όλο το φάσμα των ολοκληρωτικών καθεστώτων, η πιο πρόσφατη αναβίωση έχει τη βάση της στο στερεότυπο ότι οι Millennials είναι κακομαθημένοι νάρκισσοι, που θέλουν να εμποδίσουν οποιοδήποτε να εκφράσει απόψεις που οι ίδιοι βρίσκουν προσβλητικές.

Τον Γενάρη του 2015, ο συγγραφέας Jonathan Chait δημοσίευσε ένα από τα πρώτα νέα, υψηλού επιπέδου άρθρα κατά της πολιτικής ορθότητας στο περιοδικό New York. Το «Ένα όχι και τόσο πολιτικά ορθό πράγμα να πεις» ακολούθησε τη φόρμα που έστησαν τα άρθρα κατά της πολιτικής ορθότητας των New York Times, Newsweek και του περιοδικού New York που είχαν δημοσιευτεί στις αρχές του 1990. Όπως και το άρθρο του New York από το 1991, ξεκίνησε με μια σειρά ανεκδότων για μια πανεπιστημιούπολη που υποτίθεται ότι αποδείκνυε ότι η πολιτική ορθότητα είχε φτάσει σε κατάσταση αμόκ, και στη συνέχεια έκανε προέκταση από αυτό το περιστατικό σε μια ευρεία γενίκευση. Το 1991, ο John Taylor έγραψε: «Ο νέος φονταμενταλισμός έχει κατασκευάσει ένα σκεπτικό για να απορρίπτει όλες τις διαφωνίες». Το 2015, ο Jonathan Chait ισχυρίστηκε ότι υπήρχε και πάλι «οργισμένος όχλος για να συντρίψει αντίθετες ιδέες».

Ο Chait προειδοποίησε ότι οι κίνδυνοι της πολιτικής ορθότητας είχαν γίνει μεγαλύτεροι από ποτέ. Η πολιτική ορθότητα δεν περιοριζόταν σε πανεπιστήμια – τώρα, ο ίδιος υποστήριξε, είχε καταλάβει τα social media και έτσι «επιτυγχάνεται μια επιρροή γενικά στη κυρίαρχη δημοσιογραφία και στα σχόλια πέρα από εκείνη του παρελθόντος». (Ως απόδειξη της «ηγεμονικής» επιρροής που απολαμβάνουν οι απροσδιόριστοι φορείς της αριστεράς, ο Chait παραθέτει δύο γυναίκες δημοσιογράφους λένε ότι είχαν στοχοποιηθεί από αριστερούς στο Twitter.)

Το άρθρο του Chait ξεκίνησε ένα κύμα απαντήσεων σχετικά με τους «κλαψιάρηδες νταήδες» των πανεπιστημιουπόλεων και των social media. Στο εξώφυλλο του Σεπτέμβρη του 2015 το Altantic δημοσίευσε ένα άρθρο από τον Jonathan Haidt και τον Greg Lukianoff. Ο τίτλος, «Το χάϊδεμα του αμερικάνικου νου», ήταν νεύμα στο νονό της αντιπολιτικής ορθότητας, Allan Bloom. (Ο Lukianoff είναι ο επικεφαλής του Ιδρύματος για Ατομικά Δικαιώματα στην Εκπαίδευση, άλλη μια οργάνωση που χρηματοδοτείται από τις οικογένειες Olin και Scaife.) «Στο όνομα της συναισθηματικής ευημερίας, οι φοιτητές απαιτούν όλο και περισσότερη προστασία από τα λόγια και τις ιδέες που δεν τους αρέσουν», ανακοίνωσε το άρθρο. Διαμοιράστηκε πάνω από 500.000 φορές.

Αυτά τα άρθρα περιέχουν πολλά από τα λάθη που έκαναν οι προκάτοχοί τους τη δεκαετία του 1990. Διάλεγαν ανέκδοτα και θέματα-καρικατούρες για την κριτική τους. Παραπονιόντουσαν ότι κάποιοι δημιουργούσαν ειδικούς κώδικες ομιλίας ενώ την ίδια στιγμή προσπαθούσαν να επιβάλουν τους δικούς τους κώδικες ομιλίας. Οι αρθρογράφοι των άρθρων αυτών υπέδειξαν τους εαυτούς τους ως υπεύθυνους για το ποιες συνομιλίες ή πολιτικά αιτήματα άξιζε να ληφθούν σοβαρά υπόψη και ποια δεν άξιζαν. Οι ίδιοι αντικρούουν τον εαυτό τους: οι αρθρογράφοι παραπονιούνται συνεχώς μέσα από εκδόσεις με μεγάλη απήχηση, ότι τους φιμώνουν.

Το κλίμα της ψηφιακής δημοσιογραφίας και του διαμοιρασμού στα social media ενεργοποίησε τη διάδοση άρθρων αντι-πολιτικής ορθότητας (και αντι-αντι-πολιτικής ορθότητας) για να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο και ταχύτερα από ό,τι είχε κατά τη δεκαετία του 1990. Τα άρθρα κατά της πολιτικής ορθότητας ή άρθρα κατά των άρθρων κατά της πολιτικής ορθότητας είναι εύπεπτα: ακριβώς επειδή αφορούν την ταυτότητα, είναι κάτι που κάθε αρθρογράφος μπορεί να σχολιάσει με βάση τις εμπειρίες του/της, άσχετα από το εάν αυτός ή αυτή δεν έχει τον χρόνο ή τις πηγές για να το γράψει. Είναι επίσης ιδανικό clickbait. Εμπνέουν την οργή ή οργή ενάντια στην οργή των άλλων.

Εν τω μεταξύ, έγινε μια παράξενη σύγκλιση. Ενώ ο Chait και οι συν αυτόν φιλελέθευροι επέκριναν την πολιτική ορθότητα, ο Donald Trump και οι οπαδοί του είχαν κάνει το ίδιο πράγμα ακριβώς. Ο Chait είπε ότι οι αριστεροί ήταν μια «διαστρέβλωση του φιλελευθερισμού» και όρισε τον εαυτό του υπερασπιστή του φιλελεύθερου κέντρου, και ο Trump είπε ότι φιλελεύθερα μέσα ενημέρωσης είχαν το σύστημα «στημένο».

Οι φιλελεύθεροι κατά της πολιτικής ορθότητας ήταν τόσο επικεντρωμένοι σε αριστερούς στο Twitter που για μήνες υποτίμησαν σοβαρά τη σοβαρότητα της πραγματικής απειλής για τον φιλελεύθερο λόγο. Δεν ερχόταν από τις γυναίκες, από μη λευκούς ή queer ανθρώπους που οργανώθηκαν για τα πολιτικά δικαιώματά τους, στην πανεπιστημιούπολη ή κάπου αλλού. Θα ερχόταν από τον Τραμπ, τους νεοναζί και ακροδεξιές ιστοσελίδες όπως το Breitbart.

Οι αρχικοί επικριτές της πολιτικής ορθότητας ήταν ακαδημαϊκοί ή σκιώδεις ακαδημαϊκοί, απόφοιτοι της Ivy League που πήγαιναν πέρα δώθε φορώντας το παπιγιόν τους και αναφέροντας επί λέξει τον Πλάτωνα και τον Matthew Arnold. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τον Trump να αναφέρεται στον Πλάτωνα ή τον Matthew Arnold, και πολύ λιγότερο να κρίνει τίτλους άρθρων σε ακαδημαϊκά συνέδρια για τη λογοτεχνία. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, το δίκτυο των δωρητών που χρηματοδοτούσε για δεκαετίες την αντιπολιτική ορθότητα – οι Kochs, οι Olins, οι Scaifes – απέφευγε τον Trump, επικαλούμενο ανησυχίες για τις λαϊκίστικες υποσχέσεις που είχε κάνει. Ο Trump προήλθε από ένα διαφορετικό περιβάλλον: ούτε από το Yale ή το Πανεπιστημίο του Σικάγο, αλλά από τα reallity show. Και αυτός διάλεγε διαφορετικές μάχες, με στόχο τα μέσα ενημέρωσης και το πολιτικό κατεστημένο, αντί της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Ως υποψήφιος, ο Trump εγκαινίασε μια νέα φάση της αντι-πολιτικής ορθότητας. Αυτό που ήταν αξιοσημείωτο ήταν το με πόσους διαφορετικούς τρόπους ο Trump ανέπτυξε αυτή την τακτική προς όφελός του, τόσο στην αξιοποίηση των δοκιμασμένων και ελεγμένων μεθόδων από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 αλλά και προσθέτοντας τις δικές του καινοτομίες.

Κατ ‘αρχάς, μιλώντας ακατάπαυστα για την πολιτική ορθότητα, ο Trump έστησε το μύθο πως είχε ανέντιμους και ισχυρούς εχθρούς που ήθελαν να τον αποτρέψουν από το να αναλάβει τις δύσκολες προκλήσεις που αντιμετωπίζει το έθνος. Υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος είχε φιμωθεί, δημιούργησε ένα δράμα στο οποίο θα μπορούσε να παίξει τον ήρωα. Η αντίληψη ότι ο Trump ήταν και διωκόμενος και ηρωικός ήταν ζωτικής σημασίας για τη συναισθηματική επίκλησή του. Επέτρεψε στους ανθρώπους που αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα οικονομικά ή που είναι θυμωμένοι για τον τρόπο που η κοινωνία αλλάζει να βλέπουν τους εαυτούς τους σε αυτόν, να μάχεται ενάντια σε ένα στημένο σύστημα που τους έκανε να νιώθουν ανίσχυροι και υποτιμημένοι.

Ταυτόχρονα, η έπαρση του Trump υποσχέθηκε ότι θα ήταν ισχυροί και πως δικαιωματικά τους ανήκε η δόξα. Ήταν κάποτε τρανοί και θα είναι τρανοί και πάλι.
Δεύτερον, o Trump δεν κατέκρινε απλώς την ιδέα της πολιτικής ορθότητας – πραγματικά είπε και έκανε το είδος των εξωφρενικών πραγμάτων που υποτίθεται ότι η κουλτούρα της πολιτικής ορθότητας απαγορεύει. Το πρώτο κύμα των συντηρητικών επικριτών της πολιτικής ορθότητας ισχυρίστηκε ότι υπερασπίζονταν το status quo, αλλά η αποστολή του Τrump ήταν να το καταστρέψει. Το 1991, όταν Τζορτζ Μπους προειδοποίησε ότι η πολιτική ορθότητα ήταν μια απειλή για την ελευθερία του λόγου, δεν είχε επιλέξει να ασκήσει δικαιώματα ελευθερίας του λόγου του για να χλευάσει δημοσίως έναν άνθρωπο με αναπηρία ή να χαρακτηρίσει του μεξικανούς μετανάστες ως βιαστές. Ο Trump το έκανε. Ο Τραμπ, έχοντας αποφύγει τεχνηέντως να πάει στο Βιετνάμ, όντας γιός πλούσιου πατέρα που εκμεταλλευόταν ακίνητα σε φτωχογειτονιές, ανέπτυξε τη ρητορική γύρω από την πολιτική ορθότητα σε τέτοιον βαθμό που όταν τελικά χλεύασε τους γονείς ενός νεκρού στρατιώτη, κατάφερε να περάσει την σκληρότητα και την κακία του ως θάρρος.

Αυτή η προθυμία να είναι πιο εξωφρενικός από οποιοδήποτε προηγούμενο υποψήφιο εξασφάλιζε ασταμάτητη κάλυψη από τα ΜΜΕ, τα οποία με τη σειρά τους βοήθησαν τον Trump να προσελκύσει υποστηρικτές οι οποίοι συμφωνούσαν με αυτά που έλεγε. Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε πόσοι πολλοί υποστηρικτές του Trump είχαν απόψεις που ήταν σεξιστικές, ρατσιστικές, ξενοφοβικές και ισλαμοφοβικές, και ήταν ενθουσιασμένοι να αισθάνονται ότι τους είχε δοθεί η άδεια να τις πουν. Είναι ένα παλιό κόλπο: ο ισχυρός ενθαρρύνει τον λιγότερο ισχυρό για να βρει διέξοδο οργής ενάντια σε εκείνους που θα μπορούσαν να είναι σύμμαχοι του, και να αυταπατάται, να νομίζει ότι έχει απελευθερωθεί. Δεν κοστίζει στον ισχυρό τίποτα και έχει φοβερά αποτελέσματα.

Ο Trump βασίστηκε σε ένα κλασικό στοιχείο της αντι-πολιτικής ορθότητας υπονοώντας ότι ενώ οι αντίπαλοί του λειτουργούσαν σύμφωνα με μια πολιτική ατζέντα, αυτός απλά ήθελε να κάνει ό,τι ήταν λογικό. Έκανε πολλές αμφιλεγόμενες προτάσεις πολιτικής: την απέλαση εκατομμυρίων μεταναστών χωρίς χαρτιά, την απαγόρευση εισόδου μουσουλμάνων στις ΗΠΑ, την ομοσπονδιακή εφαρμογή ρατσιστικών αστυνομικών πρακτικών που έχουν ήδη κριθεί αντισυνταγματικές. Αλλά απαντώντας στους επικριτές του με την κατηγορία ότι ήταν απλά πολιτικά ορθοί, ο Trump προσπάθησε να τοποθετήσει συνολικά τις προτάσεις αυτές πέρα από τη σφαίρα της πολιτικής. Κάτι το πολιτικό είναι κάτι που οι λογικοί άνθρωποι μπορούν να διαφωνούν σχετικά με αυτό. Με τη χρήση του επιθέτου ως βρισιάς, ο Trump προσποιήθηκε ότι δρούσε με βάση αλήθειες τόσο προφανείς που ήταν αδιαμφισβήτητες. «Αυτό είναι απλά κοινή λογική».

Το πιο ανησυχητικό κομμάτι αυτής της προσέγγισης είναι ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη στάση του Trump στην πολιτική γενικότερα. H περιφρόνησή του για την πολιτική ορθότητα μοιάζει πολύ με περιφρόνηση για την ίδια την πολιτική. Δεν μιλάει για διπλωματία, μιλάει για «συμφωνίες». Η συζήτηση και η διαφωνία είναι κεντρικής σημασίας για την πολιτική, αλλά ο Trump έχει καταστήσει σαφές ότι δεν έχει χρόνο για αυτούς τους περισπασμούς. Για να παίξει το χαρτί της αντι-πολιτικής ορθότητας απαντώντας σε ένα εύλογο ερώτημα σχετικά με την πολιτική κλείνει τη συζήτηση για τον ίδιο τρόπο που οι αντίπαλοι της πολιτικής ορθότητας έχουν επί μακρόν κατηγορήσει φιλελεύθερους και αριστερούς. Είναι ένας τρόπος εκτροχιασμού της συζήτησης, δηλώνοντας ότι το θέμα είναι τόσο τετριμμένο ή έρχεται σε αντίθεση με την κοινή λογική που δεν έχει νόημα να το συζητήσουμε. Η παρόρμηση είναι αυταρχική. Και παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως υπερασπιστή της κοινής λογικής, ο Trump δίνει ο ίδιος την άδεια να παρακαμφθεί η πολιτική συνολικά.

Τώρα που είναι εκλεγμένος πρόεδρος, δεν είναι σαφές αν ο Trump εννοούσε πραγματικά πολλά από τα πράγματα που είπε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας. Αλλά, μέχρι στιγμής, ο ίδιος εκπληρώνει τη δέσμευσή του για την καταπολέμηση της πολιτικής ορθότητας. Την περασμένη εβδομάδα, είπε στην εφημερίδα New York Times ότι προσπαθούσε να χτίσει μια διοίκηση που να είναι γεμάτη με τους «καλύτερους ανθρώπους», αν και «Δεν είναι απαραίτητο οι άνθρωποι αυτοί να είναι οι πιο πολιτικά ορθοί, γιατί αυτό δεν έχει λειτουργήσει στο παρελθόν.»

Ο Trump επίσης συνεχίζει να χρησιμοποιεί την κατηγορία για πολιτική ορθότητα ως απάντηση σε κάθε κριτική. Όταν ένας δημοσιογράφος από το Politico ζήτησε από ένα μέλος της ομάδας μετάβασης του Trump γιατί ο Trump διόριζε τόσους πολλούς λομπίστες και πολιτικούς του κατεστημένου, παρά το γεγονός ότι δεσμεύτηκε να «στραγγίξει το βάλτο» τους, η πηγή είπε ότι «ένα από τα πιο ωραία στοιχεία του Trump είναι ότι δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική ορθότητα». Προφανώς θα ήταν πολιτικά ορθό να κρατήσει τις υποσχέσεις της προεκλογικής του εκστρατείας.

Καθώς ο Trump ετοιμάζεται να μπει στον Λευκό Οίκο, πολλοί αναλυτές έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η «πολιτική ορθότητα» τροφοδότησε τη λαϊκιστική αντίδραση που σαρώνει την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Οι ίδιοι οι ηγέτες αυτών των λαϊκιστικών αντιδραστικών κινημάτων μπορεί επίσης να ισχυριστούν το ίδιο. Όμως, η αλήθεια είναι το αντίθετο ακριβώς: αυτοί οι ηγέτες κατάλαβαν τη δύναμη που έχει η αντι-πολιτική ορθότητα στο να συσπειρώσει μια τάξη ψηφοφόρων, σε μεγάλο βαθμό λευκούς, οι οποίοι είναι δυσαρεστημένοι με το status quo και αγανακτισμένοι από τη μετατόπιση πολιτιστικών και κοινωνικών κατεστημένων. Στην πραγματικότητα, δεν αντιδρούσαν στην τυραννία της πολιτικής ορθότητας, ούτε έφερναν την Αμερική σε μια προηγούμενη, καλύτερη φάση της ιστορίας της. Δεν επαναδιεκδηκούσαν τίποτα. Κραδαίνοντας την αντι-πολιτική ορθότητα ως όπλο, τη χρησιμοποίησαν για να σφυρηλατήσουν ένα νέο πολιτικό τοπίο και ένα τρομακτικό μέλλον.

Οι αντίπαλοι της πολιτικής ορθότητας πάντα έλεγαν ότι ήταν σταυροφόροι κατά του αυταρχισμού. Στην πραγματικότητα, η αντιπολιτική ορθότητα άνοιξε το δρόμο για τον λαϊκίστικο αυταρχισμό που εξαπλώνεται τώρα παντού. Ο Trump είναι η ενσάρκωση της αντι-πολιτικής ορθότητας που έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο.

Πηγή: Guardian

Μετάφραση: Θάνος Αγγελόπουλος
Διόρθωση: 50ft queenie από Καμένα Σουτιέν

Advertisements

6 σκέψεις σχετικά με το “Πολιτική ορθότητα: Πώς η Δεξιά δημιούργησε έναν εχθρό φάντασμα

  1. Παράθεμα: The fallen nobles
  2. Όλο σχεδόν το αρθρο αναφερεται στον Τραμπ με κάποιες επίσης επισημανσεις γυρω στο 90. Δεν αναφερει τιποτα για τη σχολη της Φραγκφουρτης, τον πυρηνα δηλαδη του ολου θεματος που δημιουργησαν οι νεομαρξιστες φιλοσοφοι. Αποσπασματικο και στοχευμενο το αρθρο χαιδευει αποπλανητικα κυριως αριστεροστροφους αναγνωστες προς επικυρωση των ιδεοληψιων τους.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s